Ελλάδα: Διεθνές σημείο αναφοράς στη μάχη κατά του κορονοϊού

Ελλάδα: Διεθνές σημείο αναφοράς στη μάχη κατά του κορονοϊού

του Δημήτρη Λάμπρη, Δημοσιογράφου - εκπαιδευτή ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ 360 Ιωαννίνων

Με τεταμένα τα αμυντικά της αντανακλαστικά βρήκε την Ελλάδα ο νέος κορονοϊός, στο σαρωτικό του ταξίδι, που ξεκίνησε με αφετηρία την Ουχάν της Κίνας, λίγες ημέρες πριν την «εκπνοή» του περασμένου έτους.

Ο νέος κορονοϊός, έβγαλε διαβατήριο με ανοιχτό προορισμό και με το πόδι κολλημένο στο γκάζι, έβαλε σκοπό να σαρώσει στο πέρασμά του τον πληθυσμό ολόκληρου του πλανήτη. Και παρά το γεγονός πως οι αριθμοί δεν λένε πάντοτε την αλήθεια, στην περίπτωση του COVID-19, τα 858.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε ολόκληρο τον κόσμο και οι 42.000 επακόλουθοι θάνατοι συνανθρώπων μας (με τους αριθμούς να αυξάνουν σχεδόν με τον ρυθμό που προστίθενται λέξεις σε αυτό το άρθρο) μαρτυρούν και περιγράφουν την συντριπτική πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτόν τον ασύλληπτο ρυθμό διασποράς του νέου κορονοϊού, τα κράτη όλης της γης, εγκαταλείπουν άρον-άρον την εξωστρέφεια και τη διεθνή κοινωνικότητα των περασμένων δεκαετιών και επιστρέφουν βίαια, μα αναγκαία, στον αυστηρά εθνικό τους χαρακτήρα, κλείνοντας ερμητικά τα σύνορά τους και κάθε εύλογη πύλη εισόδου του κινδύνου προς αυτά, ορίζοντας το καθένα τις δικές του άμυνες.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, υπάρχει μια χώρα που σε αυτή και τους πολίτες της, που μπορεί κανείς να καταλογίσει διάφορα, από «χαμηλούς δείκτες συμμόρφωσης προς τους κανόνες οδικής ασφάλειας, έως την πλημμελή τήρηση της απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμά της η Daily Telegraph, σίγουρα όμως άπαντες οφείλουν να της αναγνωρίσουν -και ήδη συμβαίνει- πως απέναντι στην απειλή του COVID-19, οργάνωσε μία αμυντική λειτουργία που παραπέμπει σε κράτος-πρότυπο.

«Το σωστά προσδιορισμένο πρόβλημα είναι λυμένο κατά το ήμισυ», έλεγε κάποτε ο εμβληματικός Αϊνστάιν, με την Ελλάδα να δείχνει μια αξιοσημείωτη για το ιστορικό της, αλλά και για τα διεθνή δεδομένα, ωριμότητα, προσεγγίζοντας το ζήτημα του νέου κορονοϊού απολύτως ορθολογικά.

Το πράγμα ασφαλώς δεν είναι ούτε τόσο προφανές, ούτε τόσο απλό όσο φαίνεται και για του λόγου το αληθές αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, οι χώρες του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ευρώπη σχεδόν στο σύνολό της αλλά και οι Η.Π.Α. έχασαν από νωρίς το στοίχημα της σωστής πρώτης αντίδρασης και τώρα τρέχουν και δεν φτάνουν. 

Η Ελλάδα, απεναντίας, κατάλαβε σε πρώτο χρόνο το αυτονόητο: Aν θέλεις να μειώσεις τις πιθανότητες να συντριβείς από έναν ιό για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμη συγκεκριμένο φαρμακευτικό αντίδοτο, το μόνο που μπορείς -και οφείλεις- να κάνεις, είναι να περιορίσεις όλα τα κανάλια διασποράς του.

Έτσι, τα μέτρα της Πολιτείας ήταν άμεσα και προέβλεπαν την παύση της λειτουργίας όλων των χώρων που προκαλούσαν συνάθροιση και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εστίες άμεσης διασποράς του ιού και ραγδαίας ανόδου του αριθμού των κρουσμάτων. Δεν είναι εύκολο να κλείσεις τα Σχολεία, τις Σχολές και τα Πανεπιστήμια, δεν είναι εύκολο να βάλεις «στον πάγο» κάθε οικονομική μονάδα και κατ’ επέκταση σχεδόν ολόκληρη την Οικονομία, δεν είναι εύκολο να κλείσεις της Εκκλησία, ειδικά σε μια περίοδο τόσο κοντά στο Πάσχα αλλά -όπως όλα δείχνουν- και κατά τη διάρκειά του.

Απεναντίας είναι εξαιρετικά δύσκολο. «Δύσκολο, όμως πρέπει να γίνει» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και το σποτάκι της κεντρικής τηλεοπτικής καμπάνιας «Μένουμε Σπίτι». Υπάρχει και κάτι άλλο «δύσκολο», που και αυτό, ωστόσο, «πρέπει να γίνει». Να αναγνωρίσουμε άπαντες πως ο Έλληνας, σε δύσκολες και σε απαιτητικές συνθήκες, ξέρει να ανταποκρίνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να κερδίζει τα στοιχήματα. Ευχής έργον είναι να κερδίσει ακόμη ένα, ενδεχομένως και το πιο σημαντικό της σύγχρονης ιστορίας του.

Και επειδή ο επίλογος προσφέρεται πάντοτε για ευχαριστίες, είναι απαραίτητο να εκφράσουμε τις θερμότερες αυτών και να υποκλιθούμε στις υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβάλλει το Εθνικό Σύστημα Υγείας και οι άνθρωποι που το υπηρετούν από όλα τα πόστα, αλλά ασφαλώς και στην ανιδιοτελή προσφορά των εθελοντών που κι εκείνοι με τη σειρά τους υπερβάλλουν εαυτόν για να ανασταλεί η διάδοση της νόσου. Ένα «ευχαριστώ» είναι το ελάχιστο που τους οφείλουμε όλοι, ως αναγνώριση. Ας μην λησμονούμε, ωστόσο, πως τους οφείλουμε παράλληλα και τον πιο υπεύθυνο εαυτό μας.