Η Αξιολόγηση στην Εκπαίδευση

Η Αξιολόγηση στην Εκπαίδευση

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Κίτρου, Καθηγητής Τομέα Πληροφορικής & Ηλεκτρονικών / MSc Medical Informatics

Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση επιβάλλεται να γίνεται, ώστε να προσδιορίζεται ο βαθμός στον οποίο οι εκπαιδευόμενοι έχουν επιτύχει τους εκπαιδευτικούς στόχους, που έχουν δηλωθεί και για να προσδιορίζουν αναπάντεχα αποτελέσματα – θετικά ή/και αρνητικά – που έχουν εξαχθεί από την συμμετοχή των εκπαιδευομένων.

Ο εκπαιδευτής θα πρέπει να σχεδιάσει μία φόρμα κατάλληλη, ώστε να βοηθήσει τον εκπαιδευόμενο να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα για αυτόν και το μάθημά του. Θα πρέπει να καλύπτει τέσσερα (4) διακριτά επίπεδα τα οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να είναι εύκολη για να την ακολουθήσει και να την συμπληρώσει ο εκπαιδευόμενος.

Ο Donald Kirkpatrick (εκπαιδευτής ειδικευμένος σε θεωρίες αξιολόγησης) το 1950 ήταν αυτό που έθεσε 4 βασικά επίπεδα για την αξιολόγηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Επίπεδο 1: Αντίδραση

Μέτρηση της ικανοποίησης των εκπαιδευόμενων

Επίπεδο 2: Μάθηση

Μέτρηση των εκπαιδευτικών στόχων που επιτεύχθηκαν από τους εκπαιδευόμενους

Επίπεδο 3: Μεταφορά δεξιοτήτων (Συμπεριφορά)

Μέτρηση της αλλαγής της συμπεριφοράς των εκπαιδευόμενων – εργαζόμενων στη δουλειά

Επίπεδο 4: Επιχειρηματικά Αποτελέσματα

Μέτρηση της επιχειρηματικής επίδρασης του προγράμματος

Ας πάμε όμως να αναλύσουμε ένα – ένα τα τέσσερα αυτά επίπεδα:

  • Αντίδραση: Πρόκειται για ένα επίπεδο αξιολόγησης, το οποίο εστιάζει στο κατά πόσο ευχαριστήθηκαν την εμπειρία του σεμιναρίου – προγράμματος οι εκπαιδευόμενοι. Οι ερωτήσεις που πρέπει να τεθούν σε μία φόρμα αξιολόγησης θα πρέπει να είναι προσανατολισμένες σχετικά με το συναισθηματικό αντίκτυπο που άφησε στους εκπαιδευόμενους η εμπειρία που έζησαν.
    • Σε αυτό το σημείο αξιολόγησης ο μαθητής αξιολογεί πρωτίστως τις ώρες του σεμιναρίου. Αφενός εάν του φάνηκαν πολλές ή λίγες και αφετέρου εάν τον εξυπηρετούσαν με βάση του εβδομαδιαίο τους πρόγραμμα.
    • Η φιλοξενία του Εκπαιδευτικού Κέντρου αποτελεί έναν ακόμη πολύ σημαντικό παράγοντα. Το «κομμάτι» της φιλοξενίας, δεν εστιάζεται μόνο στον εκπαιδευτή που έκανε το σεμινάριο, αλλά σε όλη την εκπαιδευτική ομάδα που απαρτίζει το Κέντρο και, αναμφίβολα, στην γραμματειακή υποστήριξη. Εδώ ο εκπαιδευόμενος αξιολογεί κυρίως συμπεριφορά και συνέπεια.
    • Εστιάζοντας, τώρα, στον εκπαιδευτή, δεν πρέπει να παραβλέπουμε την σημαντικότητα της αλληλεπίδρασης (κυρίως συναισθηματικής) με τον μαθητή στην αίθουσα. Ο δάσκαλος είναι σημαντικό, ιδιαίτερα συχνά, να αξιολογείται για την συμπεριφορά του, να κάνει την εκπαιδευτική του ομάδα να αισθάνεται άνετα, και να ανακαλύπτει διαρκώς καινούριες πτυχές του εαυτού του και του χαρακτήρα του, τις οποίες θα πρέπει να βελτιώσει για να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Σε αυτό το σημείο εμπεριέχεται και η χρήση του «χιούμορ» από τον εκπαιδευτή, λαμβάνοντας σαν γνώμονα ότι ένα αστείο μπορεί να προσβάλει έναν εκπαιδευόμενο και να τον κάνει να αισθανθεί μειονεκτικά απέναντι στους υπόλοιπους.
    • Παράλληλα, έχοντας αναλύσει πόσο σημαντικός παράγοντας είναι η ενθάρρυνση και η παρακίνηση, με γνώμονα τον επαγγελματισμό στην εκπαίδευση, είναι βέβαιο και αναγκαίο ότι αυτή θα αξιολογηθεί. Ιδιαίτερα σύνηθες είναι το φαινόμενο κατά το οποίο ο εισηγητής «νομίζει» ότι ενθαρρύνει και παρακινεί με τον τρόπο και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί, αλλά στην ανατροφοδότηση που παίρνει από την ομάδα που δίδαξε, προκύπτουν διαφορετικά συμπεράσματα.
    • Η προσαρμογή του εκπαιδευτικού υλικού στις ανάγκες των εκπαιδευομένων δεν έχει μόνο μαθησιακά οφέλη, αλλά και συναισθηματικά. Το αν ένα εκπαιδευτικό περιεχόμενο έχει προσαρμοστεί σωστά και με κατάλληλα παραδείγματα, ώστε να καλύπτει συγκεκριμένες ανάγκες μαθητών, αυτό είναι κάτι που θα φανεί και θα εκτιμηθεί ιδιαιτέρως από τους εκπαιδευόμενους. Όχι τόσο σαν γνώση, όσο σαν προσπάθεια.
  • Μάθηση: Σε αυτό το επίπεδο αξιολόγησης, ο εκπαιδευτής προσπαθεί να εκμαιεύσει ανατροφοδότηση συγκεντρωμένος αποκλειστικά στον αν οι εκπαιδευόμενοι έμαθαν. Όταν ξεκινάει ένα πρόγραμμα – σεμινάριο, πριν από την διδασκαλία, ο εισηγητής θέτει κάποιους στόχους. Οι στόχοι αυτοί αποτελούν ουσιαστικά μία «δέσμευση» από τον εκπαιδευτή προς τους εκπαιδευόμενους για το τι θα γνωρίζουν να κάνουν μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Το κατά πόσο, λοιπόν, αυτοί οι στόχοι εκπληρώθηκαν, εάν όπως λέμε ο δάσκαλος «κράτησε τον λόγο του», θα φανεί κατά πολύ μέσα από το συγκεκριμένο επίπεδο αξιολόγησης.
  • Αλλαγή Συμπεριφοράς: Το συγκεκριμένο σημείο αξιολόγησης σχετίζεται με το αν, πλέον, οι εκπαιδευόμενοι κάνουν κάτι διαφορετικό στην καθημερινότητά τους. Κατά τη διάρκεια ενός προγράμματος εκπαίδευσης με χρήση CBT (Computer Based Training) ο εκπαιδευόμενος μαθαίνει πώς να χρησιμοποιεί κάποια ιδιαίτερα χρηστικά εργαλεία (π.χ. Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο, Διαδίκτυο, Επεξεργασία Κειμένου). Πρόκειται για εφαρμογές και δεξιότητες οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ως εξειδικευμένες, αλλά, αντιθέτως, μπορούν να χρησιμεύσουν στον καθένα. Εάν, επομένως, ο εισηγητής έχει επιτύχει αυτό να το κάνει «συνείδηση» στον μαθητή του, τότε έχει καλύψει απόλυτα το συγκεκριμένο επίπεδο αξιολόγησης. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως, μέσα από τη φόρμα ερωτηματολογίου θα πρέπει να εισπράττουμε ανατροφοδότηση και σε αυτόν τον πολύ σημαντικό παράγοντα.
  • Πλεονεκτήματα Στην Εργασία: Το τελευταίο επίπεδο αξιολόγησης κατά Kirkpatrick ασχολείται ειδικά με εργαζόμενους – επαγγελματικό τομέα. Όταν το προσωπικό μίας επιχείρησης εμπιστεύεται ένα Εκπαιδευτικό Κέντρο για να εκπαιδευτεί, αυτό σημαίνει πως έχει εντοπιστεί ένα κενό απόδοσης στην εργασία και στην παραγωγικότητα αυτών των στελεχών. Εδώ είναι που ο επαγγελματίας εκπαιδευτής καλείται να προσαρμόσει κατάλληλα το περιεχόμενο του σεμιναρίου και να καλύψει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το συγκεκριμένο κενό απόδοσης που έχει εντοπιστεί από τον «πελάτη» της εκάστοτε επιχείρησης. Η ανατροφοδότηση που επιζητεί ο εκπαιδευτής μέσα από αυτό το επίπεδο αξιολόγησης, δεν είναι μόνο από το προσωπικό το οποίο εκπαιδεύτηκε, αλλά κυρίως, από τον πελάτη που «έστειλε» αυτά τα άτομα να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα.

 Η αξιολόγηση είναι ενταγμένη στον κύκλο της εκπαίδευσης και έχει τον ρόλο κλειδί της διασφάλισης ποιότητας του κύκλου, δίνοντας πληροφόρηση για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται, την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί από εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενους και κατά πόσο οι αρχικές ανάγκες, τόσο σε επίπεδο οργανισμού, όσο και σε ατομικό επίπεδο, έχουν καλυφθεί σε σχέση με εσωτερικά ή εξωτερικά πρότυπα εκπαίδευσης.

Η κατηγοριοποίηση της αξιολόγησης, μπορεί, επιπρόσθετα, να γίνει και με βάση το χρονικό σημείο που πραγματοποιείται, με βάση το ποιος αξιολογεί ποιον, αλλά και τη μορφή που έχει η φόρμα αυτή καθ’ αυτή. Σε μία φόρμα αξιολόγησης τίθενται ερωτήσεις σε αυτόν ο οποίος καλείται να την συμπληρώσει. Αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να είναι «ανοιχτού» ή «κλειστού» τύπου ερωτήσεις.

Οι «κλειστού» τύπου ερωτήσεις είναι εκείνες στις οποίες ουσιαστικά έκαστος απαντάει με ένα «Ναι» ή ένα «Όχι». Μία εύκολη απόφαση – απάντηση η οποία, μπορεί μεν να μην κουράσει τον εκπαιδευόμενο, αλλά από την άλλη δεν θα δώσει στον εκπαιδευτή αναλυτική ανατροφοδότηση. Οι «ανοιχτού» τύπου ερωτήσεις απαιτούν, συνήθως σχόλια και γενικότερα μία αιτιολόγηση της απάντησης από τον εκπαιδευόμενο. Εδώ σαφέστατα έχουμε την εξαγωγή πολύτιμων συμπερασμάτων από τον εκπαιδευτή διότι ο μαθητής εκφέρει άποψη, αναλύει τί τον ευχαριστεί ή τον ενοχλεί και κυρίως απαντάει με το «γιατί» και το «επειδή». Θα πρέπει όμως να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη, ότι μία φόρμα αξιολόγησης δεν θα πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από ανοιχτού τύπου ερωτήσεις. Κάτι τέτοιο θα καταστήσει τον εκπαιδευόμενο μη δεκτικό στο να την συμπληρώσει, καθώς καλείται διαρκώς να γράφει πολλά λόγια.

Καταλήγουμε, επομένως, στο ότι μία φόρμα αξιολόγησης θα πρέπει να είναι μεικτή από άποψη τύπων ερωτήσεων. Το ιδανικό είναι μία κλειστού τύπου ερώτηση, να αποτελεί το «πάτημα» για μία ανοικτού τύπου.

Με βάση τα παραπάνω μία κατηγοριοποίηση της αξιολόγησης θα μπορούσε να γίνει ως εξής:

Επίσημη: Είναι μια αξιολόγηση στην οποία ο εκπαιδευτής καταγράφει την πρόοδο και το κενό απόδοσης των εκπαιδευομένων και κατόπιν το παραδίδει στον πελάτη. Είναι μια αξιολόγηση μόνο για επιχειρήσεις. Η αξιολόγηση αυτή δίνεται στον πελάτη είτε στα μέσα της εκπαίδευσης είτε λίγο πριν το τέλος, όταν ακόμα τα πράγματα είναι αναστρέψιμα. Γίνεται κυρίως για να γνωρίζει ο πελάτης την πρόοδο των υπαλλήλων του.

Ανακεφαλαιωτική: Είναι μια αξιολόγηση που συντάσσεται από τους εκπαιδευόμενους με σκοπό να κρίνουν τον εκπαιδευτή τους, απαντώντας σε μια φόρμα αξιολόγησης. Δημιουργείται στο τέλος του σεμιναρίου ή την ολοκλήρωση μιας ενότητας, για να έχουν δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα οι εκπαιδευόμενοι για το εκπαιδευτή τους.

Η ανακεφαλαιωτική αξιολόγηση χωρίζεται, όσο αφορά τη φόρμα αξιολόγησής της, σε δύο άλλες υποκατηγορίες, των οποίο ο συνδυασμός είναι η πιο αποτελεσματική ανακεφαλαιωτική αξιολόγηση.

Ποσοτική: Είναι μια φόρμα αξιολόγησης με ερωτήσεις εύκολες στη συμπλήρωση τους. Περιέχει ερωτήσεις με απαντήσεις πολλαπλής επιλογής με χρήση κλίμακας. Το αρνητικό βέβαια σε μια τέτοια αξιολόγηση είναι η μη απόλυτα διευκρινιστικές απαντήσεις που θα λάβουμε.

Ποιοτική: Είναι μια φόρμα αξιολόγησης με ερωτήματα δυσκολίας στη συμπλήρωση τους, διότι απαιτούνται απαντήσεις με αναφορά ή χρήση σχολίων. Γι’ αυτό το λόγο και μπορούν να βγουν πιο σωστά και διευκρινίστηκα συμπεράσματα.

Είναι αυτονόητο ότι, όπως όλες οι παιδαγωγικές πρακτικές, έτσι και η αξιολόγηση πρέπει να βρίσκεται κάτω από συνεχή έλεγχο και στα αποτελέσματά της πρέπει να φαίνεται και η συμβολή του εκπαιδευτικού ως συντελεστή της επίδοσης του εκπαιδευόμενου.