Η Δημοσιογραφία στην εποχή του διαδικτύου

Η Δημοσιογραφία στην εποχή του διαδικτύου

Eπιμέλεια: Μίλτος Γήτας, Καθηγητής Τομέα ΜΜΕ & Ήχου / Δημοσιογράφος – Συγγραφέας

Στην εποχή του διαδικτύου, η προσοχή μας μεταπηδά από το ένα γεγονός στο άλλο με την ίδια ταχύτητα με την οποία «κλικάρουμε» το ποντίκι του υπολογιστή μας. Από τη Συρία, στο Κίεβο, στην Κριμαία, στην Τουρκία και οπουδήποτε στον κόσμο συμβαίνει κάτι σημαντικό. Τα γεγονότα, όμως, δεν εναλλάσσονται γρηγορότερα. Απλά η πρόσβασή μας σε αυτά έχει αλλάξει.

Κάποτε ο κύκλος της ενημέρωσής διαρκούσε 24 ώρες, η πρωινή ανάγνωση των εφημερίδων ήταν ιεροτελεστία για όσους ενδιαφέρονταν για τα τεκταινόμενα. Το κρατικό ραδιόφωνο έπαιζε τον ρόλο της ειδησεογραφικής γέφυρας κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν οι ημέρες ήταν κρίσιμες.

Πριν από μερικές δεκαετίες, η είσοδος της τηλεόρασης (κυρίως της ιδιωτικής) άλλαξε τα πράγματα, δίνοντας την αίσθηση διαρκούς επαφής με τη ροή των ειδήσεων, ενώ οι διακοπές «στην κανονική ροή του προγράμματος» απέδιδαν με εμφατικό τρόπο σπουδαιότητα στις εξελίξεις.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο τρόπος με τον οποίο τα Μέσα περιέγραφαν τη ζωή μας άρχισε να αλλάζει και πάλι. Πανάκριβες online επενδύσεις εμφανίστηκαν από συστημικά μίντια, οι οποίες καταγράφονται στην ιστορία του ελληνικού διαδικτύου ως αποτυχίες.

Το κοινό δεν ήταν έτοιμο για αυτή τη μετάβαση. Βασικές αιτίες οι ακριβές συσκευές πρόσβασης, αλλά και η αίσθηση ότι τα εγχειρήματα μάλλον δεν προσέφεραν κάτι καινούργιο στον μέσο αναγνώστη-τηλεθεατή. Η αλλαγή του τρόπου κατανάλωσης των ειδήσεων δεν αρκούσε για να τραβήξει την προσοχή. Η πραγματική αλλαγή όμως ήρθε με τα κοινωνικά δίκτυα μετά το 2007.

Σήμερα, ο καθένας από εμάς διαθέτει ένα μικρό ιντερνετικό περιβάλλον, το οποίο αποτελείται από τους φίλους του στο Facebook, ανθρώπους και μίντια που “ακολουθεί” στο Twitter, παρέες στο Instagram και αλλού.

Ταυτόχρονα, ο καθένας από εμάς είναι παραγωγός περιεχομένου με δύο βασικούς τρόπους: παράγουμε αυθεντικό περιεχόμενο γιατί επιθυμούμε να μεταδώσουμε μηνύματα στους φίλους μας και αναπαράγουμε περιεχόμενο από άλλες πηγές, όταν θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή των φίλων μας σε γεγονότα, απόψεις και εξελίξεις που κρίνουμε ως ενδιαφέροντα.

Πρόσφατες διεθνείς μελέτες κατέγραψαν σημαντικές αλλαγές συμπεριφοράς των χρηστών σε σχέση με τα διαδικτυακά Μέσα. Πλέον, ολοένα και περισσότεροι χρήστες προτιμούν να κλικάρουν ειδησεογραφικές προτάσεις φίλων τους, παρά να περιηγούνται στα ψηφιακά “πρωτοσέλιδα» μεγάλων ιστοτόπων.

Η δημοσιογραφία των πολιτών είναι αυτό που όταν γίνεται κάτι -σοβαρό- ενώπιον σου, τραβάς μια φωτογραφία ή ένα video από το κινητό σου τηλέφωνο, το αναρτάς σε έναν από τους λογαριασμούς που έχεις στα social media και μετά απολαμβάνεις την αναπαραγωγή της σε ειδησεογραφικά sites. Το ντοκουμέντο σου γίνεται μέρος ενός άρθρου και ουσιαστικά συνεργάζεσαι με τους δημοσιογράφους, στην παραγωγή μιας είδησης.

Πλέον, υπάρχουν τα blogs, τα Wikis, η κοινωνική σελιδοσήμανση (online υπηρεσία αποθήκευσης αγαπημένων, με δημιουργία λογαριασμών και διάθεση προς τρίτους εφόσον το επιθυμείς), υπηρεσίες διαμοιρασμού πολυμεσικού περιεχομένου (YouTube, Flickr και Sound Cloud), εικονικοί κόσμοι, κοινωνική δικτύωση και κοινωνική παρουσία, forums, κοινωνικά παιχνίδια (με αλληλεπίδραση μεταξύ των παικτών) και «κοινωνικές ειδήσεις».

Όταν λέμε «κοινωνικές ειδήσεις» εννοούμε ειδήσεις που ανεβάζουν οι χρήστες σε συγκεκριμένους ιστότοπους, με τους υπόλοιπους “ακόλουθους” να ψηφίζουν αν θέλουν να τη βλέπουν να εμφανίζεται ή όχι και ουσιαστικά να αποφασίζουν για το περιεχόμενο. Είναι μια διαδικασία που το περιεχόμενο παράγεται από τους χρήστες.

Όπως κάθε νέο προϊόν έτσι και τα κοινωνικά μέσα χρειάστηκαν το χρόνο τους για να παρατηρηθούν προβλήματα. Έτσι με τον καιρό προέκυψαν θέματα με ακατάλληλο/παράνομο περιεχόμενο, άλλα νομικής φύσεως, επιθέσεις “λάσπης”, έκθεση σε προσωπικό κίνδυνο (ρατσιστικού ή θρησκευτικού περιεχομένου), όπως και η αναπαραγωγή φωτογραφιών μη σχετικών με τα γεγονότα.

Συμπερασματικά, ο τεράστιος όγκος των πληροφοριών που παρέχονται, δημιουργεί -εύλογα- πρόβλημα εσφαλμένων πληροφοριών, αλλά πλέον έχουν γνώση οι «φύλακες – δημοσιογράφοι». Ή τουλάχιστον εκείνοι που μπαίνουν στη διαδικασία και τον κόπο να τσεκάρουν την όποια πληροφορία, πριν προχωρήσουν στην αναδημοσίευση κι ας έχει χαθεί για εκείνους η πρωτιά της δημοσίευσης.

Τα παραδείγματα και τα επιχειρήματα που προκύπτουν είναι πολλά, όμως, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η επαφή των ανθρώπων με τις εξελίξεις έχει περάσει σε μία νέα διάσταση, την οποία πολλά από τα παραδοσιακά μίντια αδυνατούν να αντιληφθούν ή κάποιοι πολίτες προσπαθούν από απλή ψυχαγωγία να την κάνουν επάγγελμα.